Σύνεδροι στην ειδική φιλοσοφική Συνεδρία στο Λύκειο του Αριστοτέλους

Σύνεδροι στην ειδική φιλοσοφική Συνεδρία στο Λύκειο του Αριστοτέλους

ΤΟ ΛΥΚΕΙΟΝ ΩΣ ΣΧΟΛΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

O Αριστοτέλης γεννήθηκε (384-322 π. Χ) στην πόλη Στάγειρα της Χαλκιδικής, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του βίου του έζησε στην Αθήνα, όπου μαθήτευσε επί μακρόν και δίδαξε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, ίδρυσε το Λύκειο, δίδαξε εκεί και μεγαλούργησε, και το οποίο Λύκειον οι αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές έφεραν πρόσφατα στο φως και που θα είναι το επίκεντρο του εν λόγω Παγκοσμίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας προς τιμήν του Αριστοτέλους.

Επί πλέον, επειδή τώρα συμπληρώνονται 2400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλους και που γι’ αυτό γίνεται το Παγκόσμιο  Συνέδριο για τη Φιλοσοφία του Αριστοτέλους, ελπίζουμε πως η Τράπεζα Ελλάδος μαζί το Ελληνικά ταχυδρομεία θα εκδώσουν τον κατάλληλο  προς τούτο Αναμνηστικό Φάκελο.

Το Λύκειον ήταν η περιοχή όπου ο Αριστοτέλης ίδρυσε το 335 π. Χ τη Σχολή του ως “θίασο Μουσών”, αγοράζοντας κάποια κτήρια για διαμονή και διδασκαλία κοντά στο Γυμνάσιο, όπου εσύχναζαν οι νέοι έφηβοι (Εφηβείον) και συζητούσαν μαζί τους διανοητές και φιλόσοφοι, όπως ο Πρόδικος ο Κείος, ο Πρωταγόρας εξ Αβδήρων, ο Ισοκράτης ο Αθηναίος και η Σχολή του και πολλοί άλλοι. Η Σχολή του Αριστοτέλους είχε παρόμοια δομή και λειτουργία με την Ακαδημία Πλάτωνoς. Το Λύκειον βέβαια ήταν μια μεγάλη περιοχή εκτός των τειχών, ανατολικά της πόλεως, και φαίνεται ότι κάλυπτε την περιοχή του σημερινού Εθνικού Κήπου μέχρι και το Βυζαντινό Μουσείο. Το Λύκειον ήταν ένα από τα πιο σημαντικά Γυμνάσια των Αθηνών και περιελάμβανε εγκαταστάσεις για την εκγύμναση των νέων, ιερά (όπως το ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, το ιερό του Ηρακλέους και το τέμενος των Μουσών), χώρους γυμναστικών επιδείξεων και εξάσκησης των οπλιτών (πεζικού) και ιππικού των Αθηνών και χώρο για τη Βουλή των Αθηναίων (Εκκλησία του Δήμου), προτού αυτή εγκατασταθεί επίσημα στην Πνύκα κατά τον πέμπτο αιώνα π. Χ. Συγχρόνως ήταν ένας ειδυλλιακός τόπος με πολλά δένδρα, θάμνους, άνθη και νερά, κατάλληλος για περιπάτους και στοχασμό, τον οποίον συχνά επεσκέπτετο ο Σωκράτης (Πλάτωνος Λύσις 203 a-b).

Στο Λύκειο ο Αριστοτέλης, που είχε ήδη διατελέσει επί εικοσαετία μέλος της Ακαδημίας και συνεργάτης του Πλάτωνα, με τους μαθητές  και τους συνεργάτες του ειργάσθη στα ωριμότερα χρόνια της ζωής του, έγραψε τα κυριότερα έργα του και κατέστησε τη Σχολή του το σπουδαιότερο θεωρητικό και εμπειρικό κέντρο έρευνας και φιλοσοφίας, δηλαδή ένα κατ εξοχήν πνευματικό Ίδρυμα ανώτατης και ελεύθερης παιδείας και επιστήμης.

Για το Λύκειο παρέχουν πληροφορίες πολλές αρχαίες πηγές {Πλάτων, Ξενοφών, Θεόφραστος (Διογένης Λαέρτιος), Πλούταρχος, Λουκιανός, Στράβων, Παυσανίας}.

Οι τελευταίες αρχαίες πληροφορίες για το Λύκειο είναι εκείνες του Πλουτάρχου και του Λουκιανού κατά τον 2ον αιώνα μ.Χ, που ομιλούν για την αφιέρωση του Γυμνασίου στον  Απόλλωνα ως  θεού της Δύναμης και της Υγείας.

Ο Θεόφραστος, ως διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο (322-287 π. Χ), αναφέρει στην κατά τον Διογένη Λαέρτιο ( V, 51-37) διαθήκη του ότι στο Λύκειο υπάρχει ιδιόκτητος χώρος όπου επιθυμεί να ταφεί, το ιερό των Μουσών, δύο στοές, βωμός και αγάλματα του Αριστοτέλους και του υιού του Αριστοτέλους Νικομάχου, και ότι αφήνει χρήματα για τις επισκευές και τη συντήρηση των μνημείων και κτηρίων. Επί Θεοφράστου το Λύκειο περιελάμβανε αναμφίβολα και χώρο Βιβλιοθήκης, που φαίνεται ότι λειτουργούσε κάπως αυτόνομα και περιελάμβανε τα βιβλία του Αριστοτέλη, τα δικά του και άλλων, τα οποία επί Νηλέως μεταφέρθησαν στην Σκήψιδα της Μυσίας,υπέστησαν βλάβες και αγνοείτο η τύχη τους επί πολύ μέχρις ότου ευρέθησαν κατά τον πρώτο αιώνα π. Χ. στην κατοχή των κληρονόμων του Νηλέως και απεδόθησαν στη Σχολή. Η κατάταξη των έργων του Αριστοτέλους έγινε από τον Σχολάρχη Ανδρόνικο το Ρόδιο( το 45 π. Χ).

Σχολάρχες του Λυκείου μετά τον Θεόφραστο διετέλεσαν ο Στράτων ο Λαμψακηνός (287- περ.270 π. Χ), ο εκ Τρωάδος Λύκων (3ος αι.), ο Αρίστων ο Κείος (3ος αι.), ο Κριτόλαος εκ Φασήλιδος της Λυκίας (190-150.π. Χ), ο Διόδωρος Τύρου, ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος (45 π.Χ) και άλλοι. Σημαντικές προσωπικότητες του Λυκείου υπήρξαν ο Εύδημος, ο Δικαίαρχος ο Μεσσήνιος, ο ιστορικός Μένων, ο μουσικός Αριστόξενος και ο Δημήτριος ο Φαληρεύς(345-283 π. Χ).

Εκ των νεωτέρων ερευνητών-μελετητών ο E. Curtius και ο J. A. Kauper (το 1878) και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής (Τοπογραφικά των Αθηνών, εν Αθήναις, 1888, σελ.87), είναι εκείνοι που προσδιόρισαν ακριβέστερα την περιοχή του Γυμνασίου του Λυκείου ως κειμένη εκεί όπου οριοθετεί τούτο η πρόσφατη αρχαιολογική ανασκαφική έρευνα.

Στη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα ο Ι. Μηλιάδης, ανασκάπτων την κοίτη του Ιλισού (το 1953-1954), διετύπωσε την άποψη ότι η παλαίστρα του Λυκείου πρέπει να είναι εκεί ακριβώς όπου ευρέθη κατά τις ανασκαφές του 1996 και μεταγενέστερα υπό των συγχρόνων Ελλήνων αρχαιολόγων και κυρίως υπό της Δρος Ευτυχίας Λυγκούρη–Τόλια, η οποία προσδιόρισε και ανέσκαψε τη συγκεκριμένη Παλαίστρα του Λυκείου.

Στο Λύκειο συνεχίστηκε αδιατάρακτα η φιλοσοφική δραστηριότητα από το 335 π.Χ μέχρι το 86 π.Χ (που κατεστράφη η περιοχή κατά την πολιορκία των Αθηνών από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα). Αργότερα κατά τον 1ον αιώνα π. Χ φαίνεται ότι έγινε επανασύσταση του Λυκείου από τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο (45 π. Χ), τον ενδέκατο Σχολάρχη του Λυκείου. Κατά το 2ον αιώνα μ. Χ ο Αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος διόρισε Καθηγητές στις Φιλοσοφικές Σχολές των Αθηνών (και φυσικά και στο Λύκειο). Το Λύκειο φαίνεται ότι υπέστη μεγάλη καταστροφή κατά την επιδρομή των Ερούλων το 267μ. Χ. Η δράση του Λυκείου και της Ακαδημίας φαίνεται ότι τελειώνει το 529 μ. Χ.

Kατά τη διάρκεια του ΧΧΙΙΙ Παγκοσμίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας (2013) στο χώρο του Λυκείου, που άνοιξε για πρώτη φορά για το ευρύ κοινό, έγινε μια σπουδαία  Ειδική Φιλοσοφική Συνεδρία την οποία παρακολούθησαν πολλοί Σύνεδροι (Βλέπε τα συναφή στιγμιότυπα),που, εκτός των άλλων, ήλθαν για να τιμήσουν το μεγάλο το μεγάλο Σταγιρίτη φιλόσοφο.

Στιγμιότυπα από την Ειδική Φιλοσοφική Συνεδρία του 23ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας, στο Λύκειο του Αριστοτέλους (Αύγουστος του 2013)

Όπως είναι εύλογο μια ανάλογη Eιδική Φιλοσοφική Συνεδρία θα γίνει και κατά το Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας (WCP2016)  που γίνεται για τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη.


AΘΡΟΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

«ὅτι δὲ δεῖ κύριον εἶναι μᾶλλον τὸ πλῆθος ἢ τοὺς ἀρίστους μὲν ὀλίγους δέ, δόξειεν ἂν λέγεσθαι καί τιν' ἔχειν ἀπορίαν τάχα δὲ κἂν ἀλήθειαν. τοὺς γὰρ πολλούς, ὧν ἕκαστός ἐστιν οὐ σπουδαῖος ἀνήρ, ὅμως ἐνδέχεται συνελθόντας εἶναι βελίους ἐκείνων, οὐχ ὡς ἕκαστον ἀλλ' ὡς σύμπαντας, οἷον τὰ συμφορητὰ δεῖπνα τῶν ἐκ μιᾶς δαπάνης χορηγηθέντων· πολλῶν γὰρ ὄντων ἕκαστον μόριον ἔχειν ἀρετῆς καὶ φρονήσεως, καὶ γίνεσθαι συνελθόντων, ὥσπερ ἕνα ἄνθρωπον τὸ πλῆθος, πολύποδα καὶ πολύχειρα καὶ πολλὰς ἔχοντ' αἰσθήσεις, οὕτω καὶ περὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν διάνοιαν. διὸ καὶ κρίνουσιν ἄμεινον οἱ πολλοὶ καὶ τὰ τῆς μουσικῆς ἔργα καὶ τὰ τῶν ποιητῶν· ἄλλοι γὰρ ἄλλο τι μόριον, πάντα δὲ πάντες. ἀλλὰ τούτῳ διαφέρουσιν οἱ σπουδαῖοι τῶν ἀνδρῶν ἑκάστου τῶν πολλῶν, ὥσπερ καὶ τῶν μὴ καλῶν τοὺς καλούς φασι, καὶ τὰ γεγραμμένα διὰ τέχνης τῶν ἀληθινῶν, τῷ συνῆχθαι τὰ διεσπαρμένα χωρὶς εἰς ἕν, ἐπεὶ κεχωρισμένων γε κάλλιον ἔχειν τοῦ γεγραμμένου τουδὶ μὲν τὸν ὀφθαλμὸν ἑτέρου δέ τινος ἕτερον μόριον. εἰ μὲν οὖν περὶ πάντα δῆμον καὶ περὶ πᾶν πλῆθος ἐνδέχεται ταύτην εἶναι τὴν διαφορὰν τῶν πολλῶν πρὸς τοὺς ὀλίγους σπουδαίους, ἄδηλον, ἴσως δὲ νὴ Δία δῆλον ὅτι περὶ ἐνίων ἀδύνατον (ὁ γὰρ αὐτὸς κἂν ἐπὶ τῶν θηρίων ἁρμόσειε λόγος· καίτοι τί διαφέρουσιν ἔνιοι τῶν θηρίων ὡς ἔπος εἰπεῖν;)· ἀλλὰ περὶ τὶ πλῆθος οὐδὲν εἶναι κωλύει τὸ λεχθὲν ἀληθές. διὸ καὶ τὴν πρότερον εἰρημένην ἀπορίαν λύσειεν ἄν τις διὰ τούτων καὶ   τὴν ἐχομένην αὐτῆς, τίνων δεῖ κυρίους εἶναι τοὺς ἐλευθέρους καὶ τὸ πλῆθος τῶν πολιτῶν. τοιοῦτοι δ' εἰσὶν ὅσοι μήτε πλούσιοι μήτε ἀξίωμα ἔχουσιν ἀρετῆς μηδὲ ἕν. τὸ μὲν γὰρ μετέχειν αὐτοὺς τῶν ἀρχῶν τῶν μεγίστων οὐκ ἀσφαλές (διά τε γὰρ ἀδικίαν καὶ δι' ἀφροσύνην τὰ μὲν ἀδικεῖν ἀνάγκη τὰ δ' ἁμαρτάνειν αὐτούς)· τὸ δὲ μὴ μεταδιδόναι μηδὲ μετέχειν φοβερόν (ὅταν γὰρ ἄτιμοι πολλοὶ καὶ πένητες ὑπάρχωσι, πολεμίων ἀναγκαῖον εἶναι πλήρη τὴν πόλιν ταύτην). λείπεται δὴ τοῦ βουλεύεσθαι καὶ κρίνειν μετέχειν αὐτούς. διόπερ καὶ Σόλων καὶ τῶν ἄλλων τινὲς νομοθετῶν τάττουσιν ἐπί τε τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ τὰς εὐθύνας τῶν ἀρχόντων, ἄρχειν δὲ κατὰ μόνας οὐκ ἐῶσιν. πάντες μὲν γὰρ ἔχουσι συνελθόντες ἱκανὴν αἴσθησιν, καὶ μιγνύμενοι τοῖς βελτίοσι τὰς πόλεις ὠφελοῦσιν, καθάπερ ἡ μὴ καθαρὰ τροφὴ μετὰ τῆς καθαρᾶς τὴν πᾶσαν ποιεῖ χρησιμωτέραν τῆς ὀλίγης· χωρὶς δ' ἕκαστος ἀτελὴς περὶ τὸ κρίνειν ἐστίν” (Πολιτ.1281a.40-1281b38)

DEMOCRACY AS A COLLECTIVE ACTIVITY

“The principle that the multitude ought to be in power rather than the few' best might seem to be solved and to contain some difficulty and perhaps even truth. For the many, of whom each individual is not a good man, when they meet together may be better than the few good, if regarded not individually but collectively, just as a feast to which many contribute is better than a dinner provided out of a single purse. For each individual among the many has a share of excellence and practical wisdom, and when they meet together, just as they become in a manner one man, who has many feet, and hands, and senses, so too with regard to their character and thought. Hence the many are better judges than a single man of music and poetry; for some understand one part, and some another, and among them they understand the whole. There is a similar combination of qualities in good men, who differ from any individual of the many, as the beautiful are said to differ from those who are not beautiful, and works of art from realities, because in them the scattered elements are combined, although, if taken separately, the eye of one person or some other feature in another person would be fairer than in the picture. Whether this principle can apply to every democracy, and to all bodies of men, is not clear. Or rather, by heaven, in some cases it is impossible to apply; for the argument would equally hold about brutes; and wherein, it will be asked, do some men differ from brutes? But there may be bodies of men about whom our statement is nevertheless true. And if so, the difficulty which has been already raised, and also another which is akin to it-viz. what power should be assigned to the mass of freemen and citizens, who arenot rich and have no personal merit-are both solved. There is still a danger in allowing them to share the great offices of state, for their folly will lead them into error, and their dishonesty into crime. But there is a danger also in not letting them share, for a state in which many poor men are excluded from office will necessarily be full of enemies. The only way of escape is to assign to them some deliberative and judicial functions. For this reason Solon and certain other legislators give them the power of electing to offices, and of calling the magistrates to account, but they do not allow them to hold office singly. When they meet together their perceptions are quite good enough, and combined with the better class they are useful to the state (just as impure food when mixed with what is pure sometimes makes the entire mass more wholesome than a small quantity of the pure would be), but each individual, left to himself, forms an imperfect judgement.” (Pol. 1281a.40-1281b38, transl by B. Jowett in the Works of Aristotle, edited by Jonathan Barnes,1984)